αδυναμία
•
- έλλειψη δύναμης, δυνατότητας ή δεξιότητας Βικιλεξικό
- σωματική αδυναμία
- έλλειψη δύναμης, δυνατότητας ή δεξιότητας Βικιλεξικό
- η αδυναμία του προέδρου να ελέγξει τους βουλευτές του κόμματος ενδέχεται να οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές
- πληροφορικήέλλειψη δύναμης, δυνατότητας ή δεξιότητας Βικιλεξικό
- οι υποψίες για αδυναμίες στον αλγόριθμο κρυπτογράφησης αποδείχτηκαν αβάσιμες
- μεταφορικάάνθρωπος ή αντικείμενο ιδιαίτερα αγαπητό Βικιλεξικό
- όλα τα παιδάκια τα αγαπώ, αλλά αυτό το ανιψάκι είναι η αδυναμία μου
- μεταφορικάιδιαίτερη αγάπη, εύνοια Βικιλεξικό
- Σου έχω αδυναμία!
Ετυμολογία
αδυναμία < αρχαία ελληνική ἀδυναμία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδυναμία | αδυναμίες |
| Γενική | αδυναμίας | αδυναμιών |
| Αιτιατική | αδυναμία | αδυναμίες |
| Κλητική | αδυναμία | αδυναμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →