Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδόλεσχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαΐζονφλύαρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδόλεσχος < αρχαία ελληνική ἀδόλεσχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδόλεσχοςαδόλεσχηαδόλεσχο
Γενικήαδόλεσχου—αδόλεσχου
Αιτιατικήαδόλεσχο—αδόλεσχο
Κλητικήαδόλεσχε—αδόλεσχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδόλεσχοι—αδόλεσχα
Γενικήαδόλεσχων—αδόλεσχων
Αιτιατικήαδόλεσχους—αδόλεσχα
Κλητικήαδόλεσχοι—αδόλεσχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →