Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδόμητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει δομηθεί Βικιλεξικό
    • Εάν τα γειτονικά οικόπεδα είναι αδόμητα, το κτίριο επιτρέπεται να εφά­πτεται των κοινών ορίων (Νόμος 2125/1993, ΦΕΚ A 88/1993)
    • Στην αφηγηματική και διαδραστική ροή της θεματολογίας του πάρκου εντάσσεται και ο αδόμητος περιβάλλων χώρος του. (Ξένη Αραπογιάννη, Ολυμπία: η κοιτίδα των Ολυμπιακών Αγώνων, εκδ. Μίλητος, 2003, σελ. 155)
  2. που δεν έχει δομή, οργανωμένη διάρθρωση, συνοχή, συνεκτικότητα Βικιλεξικό
    • Σημαντικό χαρακτηριστικό αποτελεί η μετατόπιση σημαντικών ζητημάτων από τον άνθρωπο στην ίδια την τεχνολογία και την πληροφορία, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα η λειτουργία του οργανισμού να φαίνεται κάπως αυθόρμητη, αδόμητη, παράδοξη και ίσως «μαγική». (Δημοσθένης Ι. Δασκαλάκης, Βιομηχανική Κοινωνιολογία και βιομηχανικές σχέσεις, εκδ. Παπαζήσης, 2014)

Ετυμολογία

αδόμητος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδόμητοςαδόμητηαδόμητο
Γενικήαδόμητουαδόμητηςαδόμητου
Αιτιατικήαδόμητοαδόμητηαδόμητο
Κλητικήαδόμητεαδόμητηαδόμητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδόμητοιαδόμητεςαδόμητα
Γενικήαδόμητωναδόμητωναδόμητων
Αιτιατικήαδόμητουςαδόμητεςαδόμητα
Κλητικήαδόμητοιαδόμητεςαδόμητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →