Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αείμνηστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που θα τον θυμόμαστε πάντα, αναφέρεται για κάποιον που απεβίωσε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αείμνηστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀείμνηστος < ἀεί + μνηστός < μνάομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαείμνηστοςαείμνηστηαείμνηστο
Γενικήαείμνηστουαείμνηστηςαείμνηστου
Αιτιατικήαείμνηστοαείμνηστηαείμνηστο
Κλητικήαείμνηστεαείμνηστηαείμνηστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαείμνηστοιαείμνηστεςαείμνηστα
Γενικήαείμνηστωναείμνηστωναείμνηστων
Αιτιατικήαείμνηστουςαείμνηστεςαείμνηστα
Κλητικήαείμνηστοιαείμνηστεςαείμνηστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →