Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αείροος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου ρέει συνεχώς Βικιλεξικό
    • Ευρισκόμενος σε αδιέξοδο, επισκέφθηκε την αείρροο πηγή του ελέους. (Αλεξάνδρος Σαΐνης, Γέρων Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος (1930-1989), εκδ. Νεκτάριος Δ. Παναγόπουλος, σ.48 )

Ετυμολογία

αείροος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀείρροος με ορθογραφική απλοποίηση → δείτε ρρ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαείροοςαείροη / αείροοςαείροο
Γενικήαείροουαείροης / αειρόουαείροου
Αιτιατικήαείροοαείροη / αείροοαείροο
Κλητικήαείροεαείροε / αείροηαείροο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαείροοιαείροες / αείροοιαείροα
Γενικήαείροωναείροων / αειρόωναείροων
Αιτιατικήαείροουςαείροες / αειρόουςαείροα
Κλητικήαείροοιαείροες / αείροοιαείροα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →