Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αείφυλλος

/aˈi.fi.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. βοτανικήσυνώνυμο του αειθαλής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αείφυλλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀείφυλλος < ἀεί + φύλλον. Μορφολογικά αναλύεται σε αεί- + -φυλλος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαείφυλλοςαείφυλλη / αείφυλλοςαείφυλλο
Γενικήαείφυλλουαείφυλλης / αειφύλλουαείφυλλου
Αιτιατικήαείφυλλοαείφυλλη / αείφυλλοαείφυλλο
Κλητικήαείφυλλεαείφυλλε / αείφυλληαείφυλλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαείφυλλοιαείφυλλες / αείφυλλοιαείφυλλα
Γενικήαείφυλλωναείφυλλων / αειφύλλωναείφυλλων
Αιτιατικήαείφυλλουςαείφυλλες / αειφύλλουςαείφυλλα
Κλητικήαείφυλλοιαείφυλλες / αείφυλλοιαείφυλλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →