αείφυλλος
•
- βοτανικήσυνώνυμο του αειθαλής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αείφυλλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀείφυλλος < ἀεί + φύλλον. Μορφολογικά αναλύεται σε αεί- + -φυλλος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αείφυλλος | αείφυλλη / αείφυλλος | αείφυλλο |
| Γενική | αείφυλλου | αείφυλλης / αειφύλλου | αείφυλλου |
| Αιτιατική | αείφυλλο | αείφυλλη / αείφυλλο | αείφυλλο |
| Κλητική | αείφυλλε | αείφυλλε / αείφυλλη | αείφυλλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αείφυλλοι | αείφυλλες / αείφυλλοι | αείφυλλα |
| Γενική | αείφυλλων | αείφυλλων / αειφύλλων | αείφυλλων |
| Αιτιατική | αείφυλλους | αείφυλλες / αειφύλλους | αείφυλλα |
| Κλητική | αείφυλλοι | αείφυλλες / αείφυλλοι | αείφυλλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →