Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αεικινησία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να κινείται κάποιος συνεχώς, το να μην κάθεται ήρεμος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αεικινησία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀεικινησία → δείτε και τη λέξη αεικίνητος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαεικινησίααεικινησίες
Γενικήαεικινησίαςαεικινησιών
Αιτιατικήαεικινησίααεικινησίες
Κλητικήαεικινησίααεικινησίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →