αεικινησία
•
- το να κινείται κάποιος συνεχώς, το να μην κάθεται ήρεμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αεικινησία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀεικινησία → δείτε και τη λέξη αεικίνητος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αεικινησία | αεικινησίες |
| Γενική | αεικινησίας | αεικινησιών |
| Αιτιατική | αεικινησία | αεικινησίες |
| Κλητική | αεικινησία | αεικινησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →