αειφαγία
•
- το να τρώει κάποιος συνέχεια Βικιλεξικό
- η τάση κάποιου να τρώει συνέχεια, η ροπή του προς αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αειφαγία < αειφάγος + -ία < αεί + -φαγία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αειφαγία | αειφαγίες |
| Γενική | αειφαγίας | αειφαγιών |
| Αιτιατική | αειφαγία | αειφαγίες |
| Κλητική | αειφαγία | αειφαγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →