αειφόρος
•
- αυτός που εγγυάται την αειφορία, που εξασφαλίζει την παραγωγή αγαθών χωρίς την μείωση της παραγωγικής δυνατότητας Βικιλεξικό
- αειφόρος ανάπτυξη
Ετυμολογία
αειφόρος < ελληνιστική κοινή ἀειφόρος, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική sustainable. Μορφολογικά αναλύεται σε αεί + -φόρος (<φέρω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αειφόρος | αειφόρα / αειφόρος | αειφόρο |
| Γενική | αειφόρου | αειφόρας | αειφόρου |
| Αιτιατική | αειφόρο | αειφόρα | αειφόρο |
| Κλητική | αειφόρε | αειφόρα | αειφόρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αειφόροι | αειφόρες | αειφόρα |
| Γενική | αειφόρων | αειφόρων | αειφόρων |
| Αιτιατική | αειφόρους | αειφόρες | αειφόρα |
| Κλητική | αειφόροι | αειφόρες | αειφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →