Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αειφόρος

/a.iˈfo.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που εγγυάται την αειφορία, που εξασφαλίζει την παραγωγή αγαθών χωρίς την μείωση της παραγωγικής δυνατότητας Βικιλεξικό
    • αειφόρος ανάπτυξη

Ετυμολογία

αειφόρος < ελληνιστική κοινή ἀειφόρος, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική sustainable. Μορφολογικά αναλύεται σε αεί + -φόρος (<φέρω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαειφόροςαειφόρα / αειφόροςαειφόρο
Γενικήαειφόρουαειφόραςαειφόρου
Αιτιατικήαειφόροαειφόρααειφόρο
Κλητικήαειφόρεαειφόρααειφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαειφόροιαειφόρεςαειφόρα
Γενικήαειφόρωναειφόρωναειφόρων
Αιτιατικήαειφόρουςαειφόρεςαειφόρα
Κλητικήαειφόροιαειφόρεςαειφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →