αεράκι
•
- υποκοριστικόελαφρύ ρεύμα αέρα Βικιλεξικό
- ελαφριά πνοή ανέμου Βικιλεξικό
- Και από μακριά ο μονότονος ήχος της ανακατώνουνταν με κάτι σαν το σουσούρισμα του αερακιού ανάμεσα στα καλάμια. Σφιχταγκαλιασμένα ακροάζουνταν τ' αγόρια […] Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου books.google
Ετυμολογία
αεράκι < αέρ(ας) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αεράκι | αεράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | αεράκι | αεράκια |
| Κλητική | αεράκι | αεράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →