αεράτος
•
- που χαρακτηρίζεται από χάρη και ζωηρότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αεράτος < αέρ(ας) + -άτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αεράτος | αεράτη | αεράτο |
| Γενική | αεράτου | αεράτης | αεράτου |
| Αιτιατική | αεράτο | αεράτη | αεράτο |
| Κλητική | αεράτε | αεράτη | αεράτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αεράτοι | αεράτες | αεράτα |
| Γενική | αεράτων | αεράτων | αεράτων |
| Αιτιατική | αεράτους | αεράτες | αεράτα |
| Κλητική | αεράτοι | αεράτες | αεράτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →