Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αεραποβατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. (στρατιωτικός όρος, αεροπορικός όρος ο σχετικός με αεραπόβαση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αεραποβατικός < αερ- + αποβατικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαεραποβατικόςαεραποβατικήαεραποβατικό
Γενικήαεραποβατικούαεραποβατικήςαεραποβατικού
Αιτιατικήαεραποβατικόαεραποβατικήαεραποβατικό
Κλητικήαεραποβατικέαεραποβατικήαεραποβατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαεραποβατικοίαεραποβατικέςαεραποβατικά
Γενικήαεραποβατικώναεραποβατικώναεραποβατικών
Αιτιατικήαεραποβατικούςαεραποβατικέςαεραποβατικά
Κλητικήαεραποβατικοίαεραποβατικέςαεραποβατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →