Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αερικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεταφυσικό ον Βικιλεξικό
    • Σαν αερικό θα ζήσω (Θανάσης Παπακωνσταντίνου)
  2. μεταφορικάκάτι άπιαστο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αερικό < μεσαιωνική ελληνική ἀερικό < ουδέτερο του επιθέτου αερικός ως ουσ.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαερικόαερικά
Γενικήαερικούαερικών
Αιτιατικήαερικόαερικά
Κλητικήαερικόαερικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →