αερικό
•
- μεταφυσικό ον Βικιλεξικό
- Σαν αερικό θα ζήσω (Θανάσης Παπακωνσταντίνου)
- μεταφορικάκάτι άπιαστο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αερικό < μεσαιωνική ελληνική ἀερικό < ουδέτερο του επιθέτου αερικός ως ουσ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αερικό | αερικά |
| Γενική | αερικού | αερικών |
| Αιτιατική | αερικό | αερικά |
| Κλητική | αερικό | αερικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →