αεριτζής
•
- που προσπαθεί να αποκομίσει κέρδος ή άλλο όφελος είτε με ύποπτες δουλειές είτε δίνοντας κενές υποσχέσεις ή ψευδή εικόνα των δυνατοτήτων του, χωρίς όμως ποτέ να διακινδυνεύει δικά του κεφάλαια, (μεταφορικά) υπόσχεται αέρα Βικιλεξικό
- για αχρείαστο μεσάζοντα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αεριτζής < αέρας + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αεριτζής | αεριτζήδες |
| Γενική | αεριτζή | αεριτζήδων |
| Αιτιατική | αεριτζή | αεριτζήδες |
| Κλητική | αεριτζή | αεριτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →