Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αεριόφως

/a.e.ɾiˈo.fos/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φως που παράγεται από το φωταέριο Βικιλεξικό
    • πριν διαδοθή ευρέως η περίφημος ηλεκτρική λυχνία του Έντισον, εχρησιμοποιούντο άλλαι φωτιστικαί μέθοδοι και συγκεκριμένως το πετρέλαιον, τα διαφόρων ειδών φυτικά έλαια και το αεριόφως («Πότε εισήχθη το αεριόφως», Ο Ήλιος [εβδομαδιαίο περιοδικό] αρ. 14 (7 Οκτωβρίου 1939), σ. 2)
  2. συνεκδοχικάτο ίδιο το φωταέριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αεριόφως < αεριό- + φως < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική gaslight ή γαλλική lumière de gaz

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαεριόφωςαεριόφωτα
Γενικήαεριόφωτοςαεριοφώτων
Αιτιατικήαεριόφωςαεριόφωτα
Κλητικήαεριόφωςαεριόφωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →