αεροβική
•
- μορφή γυμναστικής με ρυθμικές κινήσεις που ενισχύει την αντοχή και τη λειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αεροβική < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική aerobics ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική aérobic < αρχαία ελληνική ἀήρ + βίος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αεροβική | αεροβικές |
| Γενική | αεροβικής | αεροβικών |
| Αιτιατική | αεροβική | αεροβικές |
| Κλητική | αεροβική | αεροβικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →