αεροβόλος
•
- που αφορά όπλο ή μηχανισμό που χρησιμοποιεί πεπιεσμένο αέρα για την εκτόξευση βλημάτων ή άλλων αντικειμένων Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοαεροβόλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αεροβόλος < αερο- + -βόλος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →