αερογέφυρα
•
- συντονισμένη προσπάθεια μεταφοράς ανθρώπων, υλικών, βοήθειας κ.λπ. με πολλαπλές πτήσεις αεροπλάνων Βικιλεξικό
- γέφυρα που περνάει πάνω από δρόμο ή σιδηροδρομική γραμμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αερογέφυρα < αερο- + γέφυρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αερογέφυρα | αερογέφυρες |
| Γενική | αερογέφυρας | αερογεφυρών |
| Αιτιατική | αερογέφυρα | αερογέφυρες |
| Κλητική | αερογέφυρα | αερογέφυρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →