Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αερογραμμή

/a.e.ɾo.ɣɾaˈmi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αεροπορικός όροςγραμμή αεροπορικής εταιρείας που συνδέει σε σταθερή βάση δύο πόλεις Βικιλεξικό
  2. αεροπορικός όροςλέξη που περιέχεται συχνά στην ονομασία αεροπορικών εταιρειών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αερογραμμή < αερο- + γραμμή, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική airline

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαερογραμμήαερογραμμές
Γενικήαερογραμμήςαερογραμμών
Αιτιατικήαερογραμμήαερογραμμές
Κλητικήαερογραμμήαερογραμμές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →