αερογραφία
•
- ζωγραφικήτεχνική ζωγραφικής που χρησιμοποιεί αερογράφο για τη δημιουργία λεπτομερών και ομοιόμορφων χρωματικών επιφανειών Βικιλεξικό
- ζωγραφικήη καλλιτεχνική δημιουργία μʼ αυτήν της τεχνική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αερογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική aérographie < αρχαία ελληνική ἀήρ + γράφω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αερογραφία | αερογραφίες |
| Γενική | αερογραφίας | αερογραφιών |
| Αιτιατική | αερογραφία | αερογραφίες |
| Κλητική | αερογραφία | αερογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →