Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αερογραφία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ζωγραφικήτεχνική ζωγραφικής που χρησιμοποιεί αερογράφο για τη δημιουργία λεπτομερών και ομοιόμορφων χρωματικών επιφανειών Βικιλεξικό
  2. ζωγραφικήη καλλιτεχνική δημιουργία μʼ αυτήν της τεχνική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αερογραφία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική aérographie < αρχαία ελληνική ἀήρ + γράφω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαερογραφίααερογραφίες
Γενικήαερογραφίαςαερογραφιών
Αιτιατικήαερογραφίααερογραφίες
Κλητικήαερογραφίααερογραφίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →