Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αεροκουβέντα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αερολογία, αερολόγημα Βικιλεξικό
    • Με τέτοιες αεροκουβέντες πέρασε η ώρα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)

Ετυμολογία

αεροκουβέντα < αερο- + κουβέντα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαεροκουβέντααεροκουβέντες
Γενικήαεροκουβέντας—
Αιτιατικήαεροκουβέντααεροκουβέντες
Κλητικήαεροκουβέντααεροκουβέντες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →