Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αεροναυαγοσωστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με έρευνα και διάσωση ναυαγού με αεροσκάφος ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοαεροναυαγοσωστικό: αεροσκάφος που έχει σχέση με έρευνα και διάσωση ναυαγού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αεροναυαγοσωστικός < αερο- + ναυαγοσωστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαεροναυαγοσωστικόςαεροναυαγοσωστικήαεροναυαγοσωστικό
Γενικήαεροναυαγοσωστικούαεροναυαγοσωστικήςαεροναυαγοσωστικού
Αιτιατικήαεροναυαγοσωστικόαεροναυαγοσωστικήαεροναυαγοσωστικό
Κλητικήαεροναυαγοσωστικέαεροναυαγοσωστικήαεροναυαγοσωστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαεροναυαγοσωστικοίαεροναυαγοσωστικέςαεροναυαγοσωστικά
Γενικήαεροναυαγοσωστικώναεροναυαγοσωστικώναεροναυαγοσωστικών
Αιτιατικήαεροναυαγοσωστικούςαεροναυαγοσωστικέςαεροναυαγοσωστικά
Κλητικήαεροναυαγοσωστικοίαεροναυαγοσωστικέςαεροναυαγοσωστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →