αεροναυαγοσωστικός
•
- που έχει σχέση με έρευνα και διάσωση ναυαγού με αεροσκάφος ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοαεροναυαγοσωστικό: αεροσκάφος που έχει σχέση με έρευνα και διάσωση ναυαγού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αεροναυαγοσωστικός < αερο- + ναυαγοσωστικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αεροναυαγοσωστικός | αεροναυαγοσωστική | αεροναυαγοσωστικό |
| Γενική | αεροναυαγοσωστικού | αεροναυαγοσωστικής | αεροναυαγοσωστικού |
| Αιτιατική | αεροναυαγοσωστικό | αεροναυαγοσωστική | αεροναυαγοσωστικό |
| Κλητική | αεροναυαγοσωστικέ | αεροναυαγοσωστική | αεροναυαγοσωστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αεροναυαγοσωστικοί | αεροναυαγοσωστικές | αεροναυαγοσωστικά |
| Γενική | αεροναυαγοσωστικών | αεροναυαγοσωστικών | αεροναυαγοσωστικών |
| Αιτιατική | αεροναυαγοσωστικούς | αεροναυαγοσωστικές | αεροναυαγοσωστικά |
| Κλητική | αεροναυαγοσωστικοί | αεροναυαγοσωστικές | αεροναυαγοσωστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →