αερονομία
•
- στρατιωτικός όροςη αστυνομία της πολεμικής αεροπορίας Βικιλεξικό
- μετεωρολογίαεπιστημονικός κλάδος που αναλύει τα φυσικά και χημικά φαινόμενα της ανώτερης ατμόσφαιρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αερονομία < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική air police ή απόδοση για την αγγλική air police. Μορφολογικά αναλύεται σε αερονόμ(ος) + -ία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αερονομία | αερονομίες |
| Γενική | αερονομίας | αερονομιών |
| Αιτιατική | αερονομία | αερονομίες |
| Κλητική | αερονομία | αερονομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →