Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αερονομία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. στρατιωτικός όροςη αστυνομία της πολεμικής αεροπορίας Βικιλεξικό
  2. μετεωρολογίαεπιστημονικός κλάδος που αναλύει τα φυσικά και χημικά φαινόμενα της ανώτερης ατμόσφαιρας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αερονομία < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική air police ή απόδοση για την αγγλική air police. Μορφολογικά αναλύεται σε αερονόμ(ος) + -ία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαερονομίααερονομίες
Γενικήαερονομίαςαερονομιών
Αιτιατικήαερονομίααερονομίες
Κλητικήαερονομίααερονομίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →