Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αεροπλανικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα αεροπλάνα, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοαεροπλανικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αεροπλανικός < αεροπλάνο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαεροπλανικόςαεροπλανικήαεροπλανικό
Γενικήαεροπλανικούαεροπλανικήςαεροπλανικού
Αιτιατικήαεροπλανικόαεροπλανικήαεροπλανικό
Κλητικήαεροπλανικέαεροπλανικήαεροπλανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαεροπλανικοίαεροπλανικέςαεροπλανικά
Γενικήαεροπλανικώναεροπλανικώναεροπλανικών
Αιτιατικήαεροπλανικούςαεροπλανικέςαεροπλανικά
Κλητικήαεροπλανικοίαεροπλανικέςαεροπλανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →