αεροπλανοφόρο
•
- ναυτικός όροςειδικό πολεμικό πλοίο που μεταφέρει αεροπλάνα και διαθέτει κατάλληλο κατάστρωμα για προσνήωση και απονήωση αεροσκαφών Βικιλεξικό
- παλιότερη γραφή: ἀεροπλανοφόρο
Ετυμολογία
αεροπλανοφόρο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀεροπλανοφόρ(ον) + -ο (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική aircraft carrier). Μορφολογικά αναλύεται σε αεροπλάν(ο) + -ο- + -φόρο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αεροπλανοφόρο | αεροπλανοφόρα |
| Γενική | αεροπλανοφόρου | αεροπλανοφόρων |
| Αιτιατική | αεροπλανοφόρο | αεροπλανοφόρα |
| Κλητική | αεροπλανοφόρο | αεροπλανοφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →