Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αεροπορικός

/a.e.ɾo.po.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αεροπορικός όρος: σχετικός με την αεροπορία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αεροπορικός < αεροπόρ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαεροπορικόςαεροπορικήαεροπορικό
Γενικήαεροπορικούαεροπορικήςαεροπορικού
Αιτιατικήαεροπορικόαεροπορικήαεροπορικό
Κλητικήαεροπορικέαεροπορικήαεροπορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαεροπορικοίαεροπορικέςαεροπορικά
Γενικήαεροπορικώναεροπορικώναεροπορικών
Αιτιατικήαεροπορικούςαεροπορικέςαεροπορικά
Κλητικήαεροπορικοίαεροπορικέςαεροπορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →