Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αεροστατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την αεροστατική Βικιλεξικό
  2. σχετικός με το αερόστατο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αεροστατικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαεροστατικόςαεροστατικήαεροστατικό
Γενικήαεροστατικούαεροστατικήςαεροστατικού
Αιτιατικήαεροστατικόαεροστατικήαεροστατικό
Κλητικήαεροστατικέαεροστατικήαεροστατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαεροστατικοίαεροστατικέςαεροστατικά
Γενικήαεροστατικώναεροστατικώναεροστατικών
Αιτιατικήαεροστατικούςαεροστατικέςαεροστατικά
Κλητικήαεροστατικοίαεροστατικέςαεροστατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →