Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αεροχείμαρρος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςρεύμα δυνατού ανέμου σε μεγάλο υψόμετρο Βικιλεξικό
    • Οι επιστήμονες συμφωνούν: το κύμα πολικού ψύχους δεν σημαίνει όχι δεν έχουμε υπερθέρμανση, ούτε όμως και ότι φταίει αυτή για όλα! Η εξασθένηση ωστόσο των αεροχειμάρρων, λόγω κλιματικής αλλαγής, μάλλον μας υπόσχεται συχνότερα τουρτουρίσματα. (*)

Ετυμολογία

αεροχείμαρρος < αέρας + -ο- + χείμαρρος ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) jet stream)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαεροχείμαρροςαεροχείμαρροι
Γενικήαεροχείμαρρου / αεροχειμάρρουαεροχείμαρρων / αεροχειμάρρων
Αιτιατικήαεροχείμαρροαεροχείμαρρους / αεροχειμάρρους
Κλητικήαεροχείμαρρεαεροχείμαρροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →