Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αερόθερμο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συσκευή θέρμανσης που λειτουργεί προκαλώντας την κυκλοφορία ζεστού αέρα Βικιλεξικό
    • Μη με μαλώσεις, μπαμπά, κρύωνα κι έβαλα στο ρεύμα λίγο το αερόθερμο να ζεστάνει το δωμάτιο. (Χριστόφορος Κάσδαγλης, Το ημερολόγιο ενός ανέργου: 155+1 αληθινές ιστορίες, εκδ. Καστανιώτη, 2014)

Ετυμολογία

αερόθερμο < γαλλική aérotherme

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαερόθερμοαερόθερμα
Γενικήαερόθερμουαερόθερμων
Αιτιατικήαερόθερμοαερόθερμα
Κλητικήαερόθερμοαερόθερμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →