αερόθερμος
•
- που λειτουργεί με θερμενόμενο αέρα Βικιλεξικό
- αερόθερμη ηλεκτρική κουζίνα, αερόθερμη σόμπα
- αερόθερμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αερόθερμος (μαρτυρείται από το 1884) < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική aérotherme. Μορφολογικά αναλύεται σε αερό- + θερμός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αερόθερμος | αερόθερμη | αερόθερμο |
| Γενική | αερόθερμου | αερόθερμης | αερόθερμου |
| Αιτιατική | αερόθερμο | αερόθερμη | αερόθερμο |
| Κλητική | αερόθερμε | αερόθερμη | αερόθερμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αερόθερμοι | αερόθερμες | αερόθερμα |
| Γενική | αερόθερμων | αερόθερμων | αερόθερμων |
| Αιτιατική | αερόθερμους | αερόθερμες | αερόθερμα |
| Κλητική | αερόθερμοι | αερόθερμες | αερόθερμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →