αερόσακος
•
- σύστημα παθητικής ασφάλειας που αποτελείται από σάκος ο οποίος φουσκώνει σε χιλιοστά του δευτερολέπτου όταν συμβεί σύγκρουση, προστατεύοντας τους επιβαίνοντες Βικιλεξικό
- μετά τη σύγκρουση όλοι βγήκαν σώοι, χάρη στη ζώνη ασφαλείας και τους αερόσακους που άνοιξαν
- 40 ολόκληρα χρόνια συμπληρώνονται από την ημέρα που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ο αερόσακος σε μοντέλο παραγωγής. Συγκεκριμένα, ήταν Δεκέμβριος του 1980 όταν η Mercedes-Benz προσέφερε στην πρώτη γενιά της S-Class αερόσακους και προεντατήρες ζωνών ασφαλείας. (gocar.gr, 02/12/2020 https://www.gocar.gr/news/feed/34048,40_xronia_apo_ton_prwto_aerosako_Poios_t.html)
Ετυμολογία
αερόσακος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική airbag
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αερόσακος | αερόσακοι |
| Γενική | αερόσακου | αερόσακων |
| Αιτιατική | αερόσακο | αερόσακους |
| Κλητική | αερόσακε | αερόσακοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →