Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αερόφωνο

/a.eˈɾo.fo.no/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μουσικό όργανοτο πνευστό μουσικό όργανο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αερόφωνο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική aerophone < αρχαία ελληνική ἀήρ + φωνή. Μορφολογικά αναλύεται σε αερό- + -φωνο. : Διαφορετικό το «ἀερόφωνον» της καθαρεύουσας (μηχανή μετάδοσης φωνής μακριά)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαερόφωνοαερόφωνα
Γενικήαερόφωνουαερόφωνων
Αιτιατικήαερόφωνοαερόφωνα
Κλητικήαερόφωνοαερόφωνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →