αετιδεύς
•
- παρωχημένοο αετιδέας, το αετόπουλο, το μικρό του αετού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αετιδεύς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀετιδεύς, υποκοριστικού του ἀετός
Άλλοι τύποι
ἀετιδεύς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →