Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αετόπουλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο νεοσσός του αετού Βικιλεξικό
  2. πολύ έξυπνος Βικιλεξικό
    • «Όχι κάτω από τη μύτη τους, γιαγιά, κάτω από τα πόδια τους», τη διόρθωσα εγώ ρουφώντας τη δική μου μύτη, που είχε βουλώσει από το κλάμα, κι η γιαγιά μου γέλασε πολύ και με είπε «παμπόνηρη αλεπού» κι «εξυπνοπούλι, αετόπουλο». (Ελένη Τασοπούλου, Το λουζεράκι, εκδ. Καστανιώτη, 2020)

Ετυμολογία

αετόπουλο < μεσαιωνική ελληνική ἀετόπουλον < ἀετός + -πουλον, ουδέτερο του -πουλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαετόπουλοαετόπουλα
Γενικήαετόπουλουαετόπουλων
Αιτιατικήαετόπουλοαετόπουλα
Κλητικήαετόπουλοαετόπουλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →