αζήτητα
•
- αυτά που κανείς δεν τα ζήτησε, δεν τα χρειάστηκε, δεν τα επιθύμησε Βικιλεξικό
- απωλεσθέντα αντικείμενα που μένουν σε κάποια αποθήκη χωρίς κανείς να τα ζητήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αζήτητα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αζήτητος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →