αζερικός
•
- ο σχετικός με το έθνος των Αζέρων, με το Αζερμπαϊτζάν ή τη γλώσσα τους Βικιλεξικό
- Το Αζερμπαϊτζάν θα καταστρέψει στρατιωτικούς στόχους στο εσωτερικό της Αρμενίας, απ’ όπου η δεύτερη εκτοξεύει πυρά εναντίον αζερικών πόλεων, δήλωσε σήμερα σύμβουλος του αζέρου προέδρου, Ιλχάμ Αλίεφ.
Ετυμολογία
αζερικός < Αζέρ(ος) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αζερικός | αζερική | αζερικό |
| Γενική | αζερικού | αζερικής | αζερικού |
| Αιτιατική | αζερικό | αζερική | αζερικό |
| Κλητική | αζερικέ | αζερική | αζερικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αζερικοί | αζερικές | αζερικά |
| Γενική | αζερικών | αζερικών | αζερικών |
| Αιτιατική | αζερικούς | αζερικές | αζερικά |
| Κλητική | αζερικοί | αζερικές | αζερικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →