αζευγάρωτος
•
- λαϊκότροποπου δεν έχει (ή δεν μπορεί να) ζευγαρώσει Βικιλεξικό
- που δεν (μπορεί να) αποτελεί ζευγάρι με κάποιο(ν) άλλο(ν) Βικιλεξικό
- που δεν έχει (ή δεν μπορεί) να οργωθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αζευγάρωτος < α- (στερητικό) + ζευγαρώνω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αζευγάρωτος | αζευγάρωτη | αζευγάρωτο |
| Γενική | αζευγάρωτου | αζευγάρωτης | αζευγάρωτου |
| Αιτιατική | αζευγάρωτο | αζευγάρωτη | αζευγάρωτο |
| Κλητική | αζευγάρωτε | αζευγάρωτη | αζευγάρωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αζευγάρωτοι | αζευγάρωτες | αζευγάρωτα |
| Γενική | αζευγάρωτων | αζευγάρωτων | αζευγάρωτων |
| Αιτιατική | αζευγάρωτους | αζευγάρωτες | αζευγάρωτα |
| Κλητική | αζευγάρωτοι | αζευγάρωτες | αζευγάρωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →