Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αζευγάρωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποπου δεν έχει (ή δεν μπορεί να) ζευγαρώσει Βικιλεξικό
  2. που δεν (μπορεί να) αποτελεί ζευγάρι με κάποιο(ν) άλλο(ν) Βικιλεξικό
  3. που δεν έχει (ή δεν μπορεί) να οργωθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αζευγάρωτος < α- (στερητικό) + ζευγαρώνω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαζευγάρωτοςαζευγάρωτηαζευγάρωτο
Γενικήαζευγάρωτουαζευγάρωτηςαζευγάρωτου
Αιτιατικήαζευγάρωτοαζευγάρωτηαζευγάρωτο
Κλητικήαζευγάρωτεαζευγάρωτηαζευγάρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαζευγάρωτοιαζευγάρωτεςαζευγάρωτα
Γενικήαζευγάρωτωναζευγάρωτωναζευγάρωτων
Αιτιατικήαζευγάρωτουςαζευγάρωτεςαζευγάρωτα
Κλητικήαζευγάρωτοιαζευγάρωτεςαζευγάρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →