αζημίως
•
- με αζήμιο τρόπο, χωρίς ζημία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αζημίως < ελληνιστική κοινή ἀζημίως < αρχαία ελληνική ἀζήμιος < ζημία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
αζημίως < ελληνιστική κοινή ἀζημίως < αρχαία ελληνική ἀζήμιος < ζημία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →