Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αζωγράφητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αζωγράφιστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αζωγράφητος < α- στερητικό + ζωγραφώ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαζωγράφητοςαζωγράφητηαζωγράφητο
Γενικήαζωγράφητουαζωγράφητηςαζωγράφητου
Αιτιατικήαζωγράφητοαζωγράφητηαζωγράφητο
Κλητικήαζωγράφητεαζωγράφητηαζωγράφητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαζωγράφητοιαζωγράφητεςαζωγράφητα
Γενικήαζωγράφητωναζωγράφητωναζωγράφητων
Αιτιατικήαζωγράφητουςαζωγράφητεςαζωγράφητα
Κλητικήαζωγράφητοιαζωγράφητεςαζωγράφητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →