Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αζωικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν εμφανίζει ίχνη ζωής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αζωικός < (λόγιο δάνειο) γαλλική azoïque < αρχαία ελληνική ἀ- + ζωικός < ζῷον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαζωικόςαζωικήαζωικό
Γενικήαζωικούαζωικήςαζωικού
Αιτιατικήαζωικόαζωικήαζωικό
Κλητικήαζωικέαζωικήαζωικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαζωικοίαζωικέςαζωικά
Γενικήαζωικώναζωικώναζωικών
Αιτιατικήαζωικούςαζωικέςαζωικά
Κλητικήαζωικοίαζωικέςαζωικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →