Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αζωτοδεσμευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιοχημείαπου έχει σχέση με την αζωτοδέσμευση ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αζωτοδεσμευτικός < αζωτοδέσμευση + -τικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική nitrogen-fixing)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαζωτοδεσμευτικόςαζωτοδεσμευτικήαζωτοδεσμευτικό
Γενικήαζωτοδεσμευτικούαζωτοδεσμευτικήςαζωτοδεσμευτικού
Αιτιατικήαζωτοδεσμευτικόαζωτοδεσμευτικήαζωτοδεσμευτικό
Κλητικήαζωτοδεσμευτικέαζωτοδεσμευτικήαζωτοδεσμευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαζωτοδεσμευτικοίαζωτοδεσμευτικέςαζωτοδεσμευτικά
Γενικήαζωτοδεσμευτικώναζωτοδεσμευτικώναζωτοδεσμευτικών
Αιτιατικήαζωτοδεσμευτικούςαζωτοδεσμευτικέςαζωτοδεσμευτικά
Κλητικήαζωτοδεσμευτικοίαζωτοδεσμευτικέςαζωτοδεσμευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →