Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αζύγιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν ζυγίσει για να βρουν το βάρος του Βικιλεξικό
  2. που δεν τον έχουν ζυγιάσει σωστά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αζύγιστος < α- στερητικό + ζυγίζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαζύγιστοςαζύγιστηαζύγιστο
Γενικήαζύγιστουαζύγιστηςαζύγιστου
Αιτιατικήαζύγιστοαζύγιστηαζύγιστο
Κλητικήαζύγιστεαζύγιστηαζύγιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαζύγιστοιαζύγιστεςαζύγιστα
Γενικήαζύγιστωναζύγιστωναζύγιστων
Αιτιατικήαζύγιστουςαζύγιστεςαζύγιστα
Κλητικήαζύγιστοιαζύγιστεςαζύγιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →