αηδιάζω
•
- νιώθω αηδία Βικιλεξικό
- αηδίασα από το θέαμα της στοίβας σκουπιδιών στο δρόμο
- προκαλώ αηδία σε άλλον Βικιλεξικό
- αηδίασε τον κόσμο ο πολιτικός με την λαϊκιστική ρητορική του
Ετυμολογία
αηδιάζω < αηδία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αηδιάζω | αηδιάζεις | αηδιάζει | αηδιάζουμε | αηδιάζετε | αηδιάζουν / αηδιάζουνε |
| Παρατατικός | αηδίαζα | αηδίαζες | αηδίαζε | αηδιάζαμε | αηδιάζατε | αηδίαζαν / αηδιάζαν / αηδιάζανε |
| Αόριστος | αηδίασα | αηδίασες | αηδίασε | αηδιάσαμε | αηδιάσατε | αηδίασαν / αηδιάσαν / αηδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα αηδιάζω / θα αηδιάσω | θα αηδιάζεις / θα αηδιάσεις | θα αηδιάζει / θα αηδιάσει | θα αηδιάζουμε / θα αηδιάσουμε | θα αηδιάζετε / θα αηδιάσετε | θα αηδιάζουν / θα αηδιάζουνε / θα αηδιάσουν / θα αηδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αηδιάσει | έχεις αηδιάσει | έχει αηδιάσει | έχουμε αηδιάσει | έχετε αηδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αηδιάσει | είχες αηδιάσει | είχε αηδιάσει | είχαμε αηδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αηδιάσει / να αηδιάζω / να αηδιάσω | να έχεις αηδιάσει / να αηδιάζεις / να αηδιάσεις | να έχει αηδιάσει / να αηδιάζει / να αηδιάσει | να έχουμε αηδιάσει / να αηδιάζουμε / να αηδιάσουμε | να έχετε αηδιάσει / να αηδιάζετε / να αηδιάσετε | να αηδιάζουν / να αηδιάζουνε / να αηδιάσουν / να αηδιάσουνε |
| Προστακτική | — | αηδίαζε / αηδίασε | — | — | αηδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αηδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →