αηδονάκι
•
- υποκοριστικόμικρό ή νεαρό αηδόνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αηδονάκι < αηδόν(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αηδονάκι | αηδονάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | αηδονάκι | αηδονάκια |
| Κλητική | αηδονάκι | αηδονάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →