Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αηδονίσιος

/ai̯.ðoˈni.sços/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με αηδόνι, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. αηδονόλαλος, γλυκύφωνος, γλυκόλαλος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αηδονίσιος < αηδόν(ι) + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαηδονίσιοςαηδονίσιααηδονίσιο
Γενικήαηδονίσιουαηδονίσιαςαηδονίσιου
Αιτιατικήαηδονίσιοαηδονίσιααηδονίσιο
Κλητικήαηδονίσιεαηδονίσιααηδονίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαηδονίσιοιαηδονίσιεςαηδονίσια
Γενικήαηδονίσιωναηδονίσιωναηδονίσιων
Αιτιατικήαηδονίσιουςαηδονίσιεςαηδονίσια
Κλητικήαηδονίσιοιαηδονίσιεςαηδονίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →