Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αηδονολαλώ

ρήμα
•
  1. κελαηδώ σαν αηδόνι Βικιλεξικό
    • Αηδονολάλειε, στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίσει (Διονύσιος Σολωμός, Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Γ, 8)

Ετυμολογία

αηδονολαλώ < αηδόν(ι) + -ο- + λαλώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαηδονολαλώαηδονολαλείςαηδονολαλείαηδονολαλούμεαηδονολαλείτεαηδονολαλούν / αηδονολαλούνε
Παρατατικόςαηδονολαλούσααηδονολαλούσεςαηδονολαλούσεαηδονολαλούσαμεαηδονολαλούσατεαηδονολαλούσαν / αηδονολαλούσανε
Αόριστοςαηδονολάλησααηδονολάλησεςαηδονολάλησεαηδονολαλήσαμεαηδονολαλήσατεαηδονολάλησαν / αηδονολαλήσαν / αηδονολαλήσανε
Μέλλονταςθα αηδονολαλήσω / θα αηδονολαλώθα αηδονολαλήσεις / θα αηδονολαλείςθα αηδονολαλήσει / θα αηδονολαλείθα αηδονολαλήσουμε / θα αηδονολαλούμεθα αηδονολαλήσετε / θα αηδονολαλείτεθα αηδονολαλήσουν / θα αηδονολαλήσουνε / θα αηδονολαλούν / θα αηδονολαλούνε
Παρακείμενοςέχω αηδονολαλήσειέχεις αηδονολαλήσειέχει αηδονολαλήσειέχουμε αηδονολαλήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αηδονολαλήσειείχες αηδονολαλήσειείχε αηδονολαλήσειείχαμε αηδονολαλήσει——
Υποτακτικήνα έχω αηδονολαλήσει / να αηδονολαλήσω / να αηδονολαλώνα έχεις αηδονολαλήσει / να αηδονολαλήσεις / να αηδονολαλείςνα έχει αηδονολαλήσει / να αηδονολαλήσει / να αηδονολαλείνα έχουμε αηδονολαλήσει / να αηδονολαλήσουμε / να αηδονολαλούμενα αηδονολαλήσετε / να αηδονολαλείτενα αηδονολαλήσουν / να αηδονολαλήσουνε / να αηδονολαλούν / να αηδονολαλούνε
Προστακτική—έχε αηδονολαλημένο / αηδονολάλει / αηδονολάλησε——αηδονολαλήστε / αηδονολαλείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →