αθάσι
•
- κυπριακάτο αμύγδαλο Βικιλεξικό
- εκχύλισμα αμυγδάλων, αθασόγαλο, σουμάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αθάσι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀθάσιν < ἀ- (προθεματικό) + ελληνιστική κοινή θάσιον, ουδέτερο του θάσιος < Θάσος (από το αρχαίο ελληνικό «θάσια κάρυα» - αμύγδαλα Θάσου)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →