αθέτωση
•
- ιατρικήνευρολογική πάθηση κατά την οποία παρατηρούνται αργές, ακανόνιστες, ελικοειδείς κινήσεις των άνω άκρων, ειδικά της άκρας χείρας και των δακτύλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αθέτωση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα αθέτωσις < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική athetosis < νεολατινική < αρχαία ελληνική ἄθετ(ος) + -ωσις > -ωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αθέτωση | αθετώσεις |
| Γενική | αθέτωσης | αθετώσεων |
| Αιτιατική | αθέτωση | αθετώσεις |
| Κλητική | αθέτωση | αθετώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →