Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αθήλαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν θηλάσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αθήλαστος < α- στερητικό + θηλάζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαθήλαστοςαθήλαστηαθήλαστο
Γενικήαθήλαστουαθήλαστηςαθήλαστου
Αιτιατικήαθήλαστοαθήλαστηαθήλαστο
Κλητικήαθήλαστεαθήλαστηαθήλαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαθήλαστοιαθήλαστεςαθήλαστα
Γενικήαθήλαστωναθήλαστωναθήλαστων
Αιτιατικήαθήλαστουςαθήλαστεςαθήλαστα
Κλητικήαθήλαστοιαθήλαστεςαθήλαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →