Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αθήρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βοτανικήποικιλία σταφυλιού της Θήρας ή της ευρύτερης περιοχής Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάο οίνος που παράγεται απʼ αυτή την ποικιλία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αθήρι < μεσαιωνική ελληνική αθήριν < αρχαία ελληνική Θήραιος < Θήρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαθήριαθήρια
Γενικήαθηριούαθηριών
Αιτιατικήαθήριαθήρια
Κλητικήαθήριαθήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →